roofer
Pronunciation
/ˈɹufɝ/

Ορισμός και σημασία του "roofer"στα αγγλικά

01

σκεπαστής, τεχνίτης στέγης

a skilled tradesperson who specializes in the construction, installation, repair, and maintenance of roofs on buildings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roofers
Παραδείγματα
A reliable roofer can help extend the life of a roof with regular maintenance and inspections.
Ένας αξιόπιστος σκεπαστής μπορεί να βοηθήσει να επεκτείνει τη ζωή μιας στέγης με τακτική συντήρηση και επιθεωρήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store