Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roof garden
01
κήπος στη στέγη, πράσινη στέγη
cultivated green spaces established on the topmost level of a building that can provide temperature control apart from having decorative benefit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roof gardens



























