romper
rom
ˈrɒm
rom
per
roper

Ορισμός και σημασία του "romper"στα αγγλικά

01

ρομπά, ενιαίο ένδυμα

a one-piece garment that combines a top and shorts or pants 
romper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rompers
02

άτομο που παίζει με χαρά, άτομο που τρελαίνεται

a person who romps or frolics 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store