roiled
Pronunciation
/ˈɹɔɪɫd/

Ορισμός και σημασία του "roiled"στα αγγλικά

01

ταραγμένος, θυμωμένος

aroused to impatience or anger
roiled definition and meaning
02

ταραγμένος, θυελλώδης

(of a liquid) agitated vigorously; in a state of turbulence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most roiled
συγκριτικός βαθμός
more roiled
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store