roiled
roiled
rɔɪld
royld
rolledriled

Ορισμός και σημασία του "roiled"στα αγγλικά

01

ταραγμένος, θυμωμένος

aroused to impatience or anger 
roiled definition and meaning
02

ταραγμένος, θυελλώδης

(of a liquid) agitated vigorously; in a state of turbulence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most roiled
συγκριτικός βαθμός
more roiled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
liquid, motion, state

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

roiled
roil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store