Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rodomontade
01
καυχιέμαι, μεγαλοποιώ δυνατά τα επιτεύγματά μου
to brag and exaggerate loudly
Intransitive: to rodomontade about sth
old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rodomontade
γ΄ ενικό πρόσωπο
rodomontades
ενεστώτα μετοχή
rodomontading
απλός αόριστος
rodomontaded
παθητική μετοχή
rodomontaded
Παραδείγματα
During the party, he could n't help but rodomontade about his supposed wealth and luxurious lifestyle, even though everyone knew he was exaggerating.
Κατά τη διάρκεια του πάρτι, δεν μπορούσε να μην καυχηθεί για τον υποτιθέμενο πλούτο και την πολυτελή ζωή του, αν και όλοι ήξεραν ότι υπερέβαλλε.
Rodomontade
01
κομπασμός, αλαζονεία
speech intended to impress but lacking substance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Teenagers often engage in rodomontade to seem impressive to peers.
Οι έφηβοι συχνά ασχολούνται με κομπασμούς για να φαίνονται εντυπωσιακοί στους συνομηλίκους τους.



























