Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rocking chair
01
κουνιστή πολυθρόνα, κουνιστή καρέκλα
a chair mounted on two curved pieces of wood to allow enough mobility for the chair to move back and forth when someone sits on it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rocking chairs
Παραδείγματα
They placed a comfortable rocking chair in the nursery for late-night feedings.
Τοποθέτησαν μια άνετη κουνιστή πολυθρόνα στο νηπιαγωγείο για τα νυχτερινά ταΐσματα.



























