Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
roasting
01
καυστικός, φλογερός
regarding extremely hot temperatures, often causing discomfort or sweating
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most roasting
συγκριτικός βαθμός
more roasting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
temperature, weather, sensation
Παραδείγματα
The roasting sun beat down relentlessly, making outdoor activities challenging.
Ο καυτός ήλιος χτυπούσε αμείλικτα, καθιστώντας τις εξωτερικές δραστηριότητες προκλητικές.
Roasting
01
ψήσιμο, φρυγάνισμα
a cooking method that involves exposing food to dry heat in an oven or over an open flame
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
roastings
Παραδείγματα
The chef prepared a delicious roasting of vegetables for the side dish.
Ο σεφ ετοίμασε μια νόστιμη ψησιά λαχανικών για το συνοδευτικό.
02
χλευασμός, πείραγμα
a form of criticism that is often humorous or mocking, usually involving sharp remarks about a person's traits or actions
Παραδείγματα
The comedian's roasting of the audience left everyone in stitches.
Το roasting του κωμικού προς το κοινό άφησε όλους στα γέλια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
roasting
roast



























