Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
roasted
01
ψητός, φρυγανισμένος
(of food) having been cooked by exposure to dry heat, typically in an oven or over an open flame, resulting in a crispy or browned exterior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most roasted
συγκριτικός βαθμός
more roasted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The roasted vegetables were seasoned with olive oil, garlic, and herbs, bringing out their natural sweetness.
Τα ψητά λαχανικά καρυκεύτηκαν με ελαιόλαδο, σκόρδο και βότανα, αναδεικνύοντας τη φυσική γλυκιά τους γεύση.
Λεξικό Δέντρο
roasted
roast



























