Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roadworthiness
01
καταλληλότητα για κυκλοφορία, κατάσταση οχήματος ασφαλούς για οδήγηση
the condition of a vehicle that makes it safe and suitable to be driven on the road
Παραδείγματα
The mechanic performed a roadworthiness inspection to make sure the vehicle was safe for driving.
Ο μηχανικός πραγματοποίησε μια επιθεώρηση κυκλοφοριακής καταλληλότητας για να βεβαιωθεί ότι το όχημα ήταν ασφαλές για οδήγηση.



























