Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roadster
01
ένα roadster, ένα μικρό ελαφρύ άμαξα; τραβιέται από ένα μόνο άλογο
a small lightweight carriage; drawn by a single horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roadsters
02
roadster, σπορ ανοιχτό αυτοκίνητο
a small, sporty car with an open top, usually seating two people
Παραδείγματα
The roadster's lightweight design makes it perfect for quick accelerations.
Το ελαφρύ σχεδιασμό του roadster το κάνει ιδανικό για γρήγορες επιταχύνσεις.



























