roadside
road
ˈrəʊd
rewd
side
saɪd
said

Ορισμός και σημασία του "roadside"στα αγγλικά

01

πλευρά του δρόμου, άκρη του δρόμου

the area along the edge of a road 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roadsides
Παραδείγματα
The car stopped at the roadside to let passengers out. 

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στο στρίμωγμα του δρόμου για να αφήσει τους επιβάτες να κατέβουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store