Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rivulet
01
ρευμάτιο, μικρό ποτάμι
a small and narrow stream of water that flows naturally
Παραδείγματα
The sound of the babbling rivulet provided a soothing soundtrack to our hike through the countryside.
Ο ήχος του μουρμουρίζοντος ρυακιού παρείχε μια χαλαρωτική μουσική υπόκρουση για την πεζοπορία μας στην ύπαιθρο.



























