road
road
rəʊd
rewd
codewoadtoadlode

Ορισμός και σημασία του "road"στα αγγλικά

01

δρόμος, οδός

a wide path made for cars, buses, etc. to travel along 
road definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
roads
Παραδείγματα
They drove down a winding road to reach the countryside. 

Οδήγησαν σε μια κλειστή οδό για να φτάσουν στην ύπαιθρο.

02

δρόμος, μέσο

a way or means to achieve something 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inroad
roadless
road
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store