Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Road
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roads
Παραδείγματα
They drove down a winding road to reach the countryside.
Οδήγησαν σε μια κλειστή οδό για να φτάσουν στην ύπαιθρο.
02
δρόμος, μέσο
a way or means to achieve something



























