riser
Pronunciation
/ˈɹaɪzɝ/

Ορισμός και σημασία του "riser"στα αγγλικά

01

ανάβαση, κατακόρυφο στοιχείο σκαλοπατιού

the vertical component of a step in a staircase, providing the height between consecutive treads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
risers
02

κάθετος σωλήνας, κατακόρυφος σωλήνας

a vertical pipe in a building
03

άτομο που ξυπνά, νωθρός

a person who rises (especially from bed)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store