Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ripened
01
ώριμος, παλαιωμένος
of wines, fruit, cheeses; having reached a desired or final condition; (`aged' pronounced as one syllable)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ripened
συγκριτικός βαθμός
more ripened
διαβαθμίσιμο



























