Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ripen
01
ωριμάζω, κάνω να ωριμάσει
to cause natural products to become fully developed
Transitive: to ripen sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ripen
γ΄ ενικό πρόσωπο
ripens
ενεστώτα μετοχή
ripening
απλός αόριστος
ripened
παθητική μετοχή
ripened
Παραδείγματα
She ripened the avocados by placing them in a paper bag with a ripe apple.
Ώρισε τα αβοκάντο τοποθετώντας τα σε ένα χάρτινο σακουλάκι με ένα ώριμο μήλο.



























