to ripen
Pronunciation
/ˈɹaɪpən/

Ορισμός και σημασία του "ripen"στα αγγλικά

to ripen
01

ωριμάζω, κάνω να ωριμάσει

to cause natural products to become fully developed
Transitive: to ripen sth
to ripen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ripen
γ΄ ενικό πρόσωπο
ripens
ενεστώτα μετοχή
ripening
απλός αόριστος
ripened
παθητική μετοχή
ripened
Παραδείγματα
She ripened the avocados by placing them in a paper bag with a ripe apple.
Ώρισε τα αβοκάντο τοποθετώντας τα σε ένα χάρτινο σακουλάκι με ένα ώριμο μήλο.

Λεξικό Δέντρο

ripened
ripening
ripen
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store