Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ripen
01
ωριμάζω, κάνω να ωριμάσει
to cause natural products to become fully developed
Transitive: to ripen sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ripen
γ΄ ενικό πρόσωπο
ripens
ενεστώτα μετοχή
ripening
απλός αόριστος
ripened
παθητική μετοχή
ripened
Παραδείγματα
The baker ripened the sourdough starter for several days before using it in the bread recipe.
Ο φούρνος ώριμασε την προζύμι για αρκετές ημέρες πριν τη χρησιμοποιήσει στη συνταγή του ψωμιού.



























