Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rip up
01
σκίζω, κομματιάζω
to tear something into small pieces, often intentionally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
rip
ενεστώτας
rip up
γ΄ ενικό πρόσωπο
rips up
ενεστώτα μετοχή
ripping up
απλός αόριστος
ripped up
παθητική μετοχή
ripped up
Παραδείγματα
The artist ripped up paper to create a unique collage.
Ο καλλιτέχνης έσκισε χαρτί για να δημιουργήσει μια μοναδική κολάζ.



























