to rip up
rip
rɪp
rip
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "rip up"στα αγγλικά

to rip up
01

σκίζω, κομματιάζω

to tear something into small pieces, often intentionally 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
rip
ενεστώτας
rip up
γ΄ ενικό πρόσωπο
rips up
ενεστώτα μετοχή
ripping up
απλός αόριστος
ripped up
παθητική μετοχή
ripped up
Παραδείγματα
She ripped up the letter after reading it. 

Έσκισε το γράμμα αφού το διάβασε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store