rip off
rip
rɪp
ριπ
off
ɔf
οφ
/ɹˈɪp ˈɒf/

Ορισμός και σημασία του "rip off"στα αγγλικά

to rip off
[phrase form: rip]
01

ξεκολλώ, σκίζω

to tear or remove something by force
Ditransitive
to rip off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
rip
ενεστώτας
rip off
γ΄ ενικό πρόσωπο
rips off
ενεστώτα μετοχή
ripping off
απλός αόριστος
ripped off
παθητική μετοχή
ripped off
Παραδείγματα
I had to rip the tag off my new shirt because it was itching me.
Έπρεπε να ξεριζώσω την ετικέτα από το καινούριο μου πουκάμισο γιατί με έκανε να φαγώνομαι.
02

εκμεταλλεύομαι, εξαπατώ

to take advantage of someone by charging them too much money or selling them a defective product
Transitive: to rip off sb
to rip off definition and meaning
Slang
Παραδείγματα
I ca n't believe I got ripped off by that so-called " bargain " website.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι εξαπατήθηκα από αυτή την αποκαλούμενη "προσφορά" ιστοσελίδα.
03

κλέβω, παραβιάζω πνευματικά δικαιώματα

to steal or make an illegal copy of something
Transitive: to rip off sth
Παραδείγματα
Someone ripped off my credit card information and made unauthorized purchases.
Κάποιος έκλεψε τις πληροφορίες της πιστωτικής μου κάρτας και έκανε μη εξουσιοδοτημένες αγορές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store