to rip off
rip
rɪp
rip
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "rip off"στα αγγλικά

to rip off
01

ξεκολλώ, σκίζω

to tear or remove something by force 
Ditransitive
to rip off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
rip
ενεστώτας
rip off
γ΄ ενικό πρόσωπο
rips off
ενεστώτα μετοχή
ripping off
απλός αόριστος
ripped off
παθητική μετοχή
ripped off
Παραδείγματα
He accidentally ripped off the button from his shirt while rushing. 

Κατά λάθος ξέριξε το κουμπί από το πουκάμισό του ενώ βιαζόταν.

02

εκμεταλλεύομαι, εξαπατώ

to take advantage of someone by charging them too much money or selling them a defective product 
Transitive: to rip off sb
to rip off definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
The store ripped off customers by selling counterfeit designer handbags at full price. 

Το κατάστημα εξαπάτησε τους πελάτες πουλώντας απομιμήσεις σχεδιαστών τσαντών σε πλήρη τιμή.

03

κλέβω, παραβιάζω πνευματικά δικαιώματα

to steal or make an illegal copy of something 
Transitive: to rip off sth
Παραδείγματα
He tried to rip off the company's confidential data to sell it to a competitor. 

Προσπάθησε να κλέψει τα εμπιστευτικά δεδομένα της εταιρείας για να τα πουλήσει σε έναν ανταγωνιστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store