Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rip-off
01
απάτη, κλέψιμο
something that costs a lot more than its real value
Παραδείγματα
Be careful when shopping online; some deals are just rip-offs with inflated prices.
Να είστε προσεκτικοί όταν κάνετε αγορές online· μερικές προσφορές είναι απλώς απάτες με διογκωμένες τιμές.
02
απάτη, κλέψιμο
the act of cheating or exploiting someone, often by overcharging or providing subpar goods or services
Παραδείγματα
The mechanic 's outrageous bill for simple repairs felt like a rip-off.
Ο εξωφρενικός λογαριασμός του μηχανικού για απλές επισκευές έμοιαζε με απάτη.



























