rip-off
Pronunciation
/ɹˈɪpˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "rip-off"στα αγγλικά

01

απάτη, κλέψιμο

something that costs a lot more than its real value
rip-off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rip-offs
Παραδείγματα
Be careful when shopping online; some deals are just rip-offs with inflated prices.
Να είστε προσεκτικοί όταν κάνετε αγορές online· μερικές προσφορές είναι απλώς απάτες με διογκωμένες τιμές.
02

απάτη, κλέψιμο

the act of cheating or exploiting someone, often by overcharging or providing subpar goods or services
Παραδείγματα
The mechanic 's outrageous bill for simple repairs felt like a rip-off.
Ο εξωφρενικός λογαριασμός του μηχανικού για απλές επισκευές έμοιαζε με απάτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store