rioter
rio
ˈraɪə
raie
ter
rooter

Ορισμός και σημασία του "rioter"στα αγγλικά

01

ταραξίας, αναστατωτής

a person who takes part in violent public disturbances or protests 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rioters
Παραδείγματα
The rioter threw stones. 

Ο επαναστάτης πέταξε πέτρες.

Λεξικό Δέντρο

rioter
riot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store