ringworm
ring
ˈrɪng
ring
worm
wɜ:m
vēm

Ορισμός και σημασία του "ringworm"στα αγγλικά

01

δερματομύκητας, μυκητιασική λοίμωξη

a contagious fungal infection of the skin or scalp, characterized by circular, red, and itchy rashes with a raised, defined border 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ringworms
Παραδείγματα
Sharing personal items can increase the risk of contracting ringworm. 

Ο κοινός χρήση προσωπικών αντικειμένων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μόλυνσης με δερματομύκητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ringworm

ring

+

worm

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store