Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ringworm
01
δερματομύκητας, μυκητιασική λοίμωξη
a contagious fungal infection of the skin or scalp, characterized by circular, red, and itchy rashes with a raised, defined border
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ringworms
Παραδείγματα
Children are often prone to getting ringworm, especially in communal settings like schools.
Τα παιδιά είναι συχνά επιρρεπή στην δερματομυκητίαση, ειδικά σε κοινωνικά περιβάλλοντα όπως τα σχολεία.



























