ringway
ring
ˈrɪng
ρινγκ
way
weɪ
ουει

Ορισμός και σημασία του "ringway"στα αγγλικά

01

περιφερειακή οδός, δακτύλιος οδών

a highway that encircles an urban area so that traffic does not have to pass through the center 
ringway definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ringways

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ringway

ring

+

way

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store