Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ring out
01
ηχώ, κουδουνίζω
to produce a loud and clear sound that can be heard distinctly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
ring
ενεστώτας
ring out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rings out
ενεστώτα μετοχή
ringing out
απλός αόριστος
rang out
παθητική μετοχή
rung out
Παραδείγματα
The church bells rang out, announcing the start of the wedding.
Οι καμπάνες της εκκλησίας χτύπησαν, ανακοινώνοντας την έναρξη του γάμου.
02
χτυπώ, ηχώ
to signal the departure or conclusion of something by ringing a bell
Παραδείγματα
The church bells rang out, marking the end of the wedding ceremony.
Οι καμπάνες της εκκλησίας χτύπησαν, σηματοδοτώντας το τέλος της τελετής του γάμου.



























