Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ring out
[phrase form: ring]
01
ηχώ, κουδουνίζω
to produce a loud and clear sound that can be heard distinctly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
ring
ενεστώτας
ring out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rings out
ενεστώτα μετοχή
ringing out
απλός αόριστος
rang out
παθητική μετοχή
rung out
Παραδείγματα
Thunder and lightning rang out during the storm, creating a dramatic spectacle.
Βροντή και αστραπή αντηχήσαν κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, δημιουργώντας ένα δραματικό θέαμα.
02
χτυπώ, ηχώ
to signal the departure or conclusion of something by ringing a bell
Παραδείγματα
At midnight, the New Year was welcomed as fireworks lit up the sky and bells rang out across the city.
Στα μεσάνυχτα, το Νέο Έτος καλωσορίστηκε ενώ πυροτεχνήματα φώτιζαν τον ουρανό και καμπάνες χτυπούσαν σε όλη την πόλη.



























