rig out
rig
rɪg
ριγκ
out
aʊt
αουτ
/ɹˈɪɡ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "rig out"στα αγγλικά

to rig out
01

στολίζομαι, ντύνομαι ελκυστικά

put on special clothes to appear particularly appealing and attractive
to rig out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rig
ενεστώτας
rig out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rigs out
ενεστώτα μετοχή
rigging out
απλός αόριστος
rigged out
παθητική μετοχή
rigged out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store