Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rider
01
οδηγός, μοτοσυκλετιστής
someone who uses a motorcycle or bicycle for transportation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
riders
Παραδείγματα
The mountain trail attracted riders from all over the region.
Το μονοπάτι του βουνού προσέλκυσε οδηγούς από όλη την περιοχή.
02
επιβάτης, ταξιδιώτης
a traveler riding in a vehicle (a boat or bus or car or plane or train etc) who is not operating it
03
καβαλάρης, ιππέας
a traveler who actively rides an animal (as a horse or camel)
04
μια τροπολογία, μια πρόσθετη ρήτρα
a clause that is appended to a legislative bill
Λεξικό Δέντρο
ridership
rider
ride



























