rice
rice
raɪs
rais
nicevisedicevice

Ορισμός και σημασία του "rice"στα αγγλικά

01

ρύζι, καστανό ρύζι

a small and short grain that is white or brown and usually grown and eaten a lot in Asia 
rice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I prefer brown rice over white rice for its nutritional benefits. 

Προτιμώ το καφέ ρύζι από το λευκό ρύζι για τα θρεπτικά του οφέλη.

to rice
01

κοσκινίζω, περνώ από κόσκινο

sieve so that it becomes the consistency of rice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rice
γ΄ ενικό πρόσωπο
rices
ενεστώτα μετοχή
ricing
απλός αόριστος
riced
παθητική μετοχή
riced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store