Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rheumy
01
ρευματικός, αρθριτικός
of or pertaining to arthritis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
υγρός, βρεγμένος
moist, damp, wet (especially of air)
03
δακρύβρεχτος, κοκκινισμένος
(of the eyes) being red and watery as a result of sadness, old age or disease



























