rheumy
rheu
ˈru:
roo
my
mi
mi
roomyroomie

Ορισμός και σημασία του "rheumy"στα αγγλικά

01

ρευματικός, αρθριτικός

of or pertaining to arthritis 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

υγρός, βρεγμένος

moist, damp, wet (especially of air) 
03

δακρύβρεχτος, κοκκινισμένος

(of the eyes) being red and watery as a result of sadness, old age or disease 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store