Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rheumatologist
01
ρευματολόγος, ιατρός ειδικευμένος στη ρευματολογία
a doctor who specializes in joint and muscle problems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rheumatologists
Παραδείγματα
The rheumatologist helps people with joint and muscle pain.
Ο ρευματολόγος βοηθάει άτομα με πόνο στις αρθρώσεις και τους μύες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rheumatologist
rheumatology
rheumato



























