Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rheumatoid arthritis
/ɹˈuːmɐtˌɔɪd ɑːɹθɹˈaɪɾɪs/
Rheumatoid arthritis
01
ρευματοειδής αρθρίτιδα
an autoimmune disorder that causes chronic inflammation of the joints
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite her rheumatoid arthritis, she remains active by engaging in low-impact exercises like swimming and yoga.
Παρά το ρευματοειδή αρθρίτιδα της, παραμένει ενεργή ασχολούμενη με ασκήσεις χαμηλής επίδρασης όπως η κολύμβηση και η γιόγκα.



























