rhetorician
Pronunciation
/ˌɹɛtɝˈɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "rhetorician"στα αγγλικά

01

ρητορικός, ρήτορας

a person who through speech persuades and influences people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rhetoricians
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store