Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rhetorician
01
ρητορικός, ρήτορας
a person who through speech persuades and influences people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rhetoricians
LanGeek



























