to rewire
re
ri:
ri
wire
ˈwaɪə
vaie
retire

Ορισμός και σημασία του "rewire"στα αγγλικά

to rewire
01

επανακαλωδιώνω, εγκαθιστώ νέα ηλεκτρική καλωδίωση

to replace or install new electrical wiring in something, like a building or a machine 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rewire
γ΄ ενικό πρόσωπο
rewires
ενεστώτα μετοχή
rewiring
απλός αόριστος
rewired
παθητική μετοχή
rewired
Παραδείγματα
The old house was unsafe, so the electricians had to completely rewire it. 

Το παλιό σπίτι ήταν επικίνδυνο, οπότε οι ηλεκτρολόγοι έπρεπε να το επανακαλωδοποιήσουν πλήρως.

Λεξικό Δέντρο

rewire
wire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store