rewire
re
ˈri:
ρη
wire
waɪr
ουαιρ
/ɹɪwˈa‍ɪ‍ə/

Ορισμός και σημασία του "rewire"στα αγγλικά

to rewire
01

επανακαλωδιώνω, εγκαθιστώ νέα ηλεκτρική καλωδίωση

to replace or install new electrical wiring in something, like a building or a machine
Παραδείγματα
The mechanic had to rewire parts of the car to fix the electrical issue.
Ο μηχανικός έπρεπε να επανεγκαταστήσει καλώδια σε μέρη του αυτοκινήτου για να διορθώσει το ηλεκτρικό πρόβλημα.

Λεξικό Δέντρο

rewire
wire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store