Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rewire
01
επανακαλωδιώνω, εγκαθιστώ νέα ηλεκτρική καλωδίωση
to replace or install new electrical wiring in something, like a building or a machine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rewire
γ΄ ενικό πρόσωπο
rewires
ενεστώτα μετοχή
rewiring
απλός αόριστος
rewired
παθητική μετοχή
rewired
Παραδείγματα
The old house was unsafe, so the electricians had to completely rewire it.
Το παλιό σπίτι ήταν επικίνδυνο, οπότε οι ηλεκτρολόγοι έπρεπε να το επανακαλωδοποιήσουν πλήρως.



























