barricade
ba
ˈbæ
rri
ri
cade
keɪd
keid

Ορισμός και σημασία του "barricade"στα αγγλικά

01

οδόφραγμα

a defensive barrier erected during wartime to obstruct enemy movement and provide protection for defending forces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barricades
Παραδείγματα
Soldiers hastily constructed barricades using sandbags to fortify their positions against advancing enemy troops. 

Οι στρατιώτες έκτισαν βιαστικά οχυρώσεις χρησιμοποιώντας σακιά με άμμο για να ενισχύσουν τις θέσεις τους ενάντια στα προελαύνοντα εχθρικά στρατεύματα.

02

μπαρικάντα, φράγμα

a barrier erected, often by police or authorities, to block or control traffic for security, inspection, or pursuit purposes 
Παραδείγματα
The police set up a barricade to catch the escaped suspect. 

Η αστυνομία έστησε μια οδόφραγμα για να συλλάβει τον δραπέτη ύποπτο.

to barricade
01

αποκλείω, φράζω

to make an area or passage impassable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barricade
γ΄ ενικό πρόσωπο
barricades
ενεστώτα μετοχή
barricading
απλός αόριστος
barricaded
παθητική μετοχή
barricaded
Παραδείγματα
Fallen trees barricaded the road after the storm. 

Τα πεσμένα δέντρα αποκλείστηκαν στο δρόμο μετά την καταιγίδα.

02

φράζω, μπλοκάρω

to block or secure an area using a barrier 
Παραδείγματα
Protesters barricaded the streets with dumpsters and fences. 

Οι διαδηλωτές αποκλείσαν τους δρόμους με κάδους απορριμμάτων και φράχτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store