Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reversible
01
αντιστρεπτός, ανακαλέσιμος
having the ability to be undone or corrected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reversible
συγκριτικός βαθμός
more reversible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The reversible decision to change the color of the walls can easily be undone with a fresh coat of paint.
Η αντιστρέψιμη απόφαση να αλλάξει το χρώμα των τοίχων μπορεί εύκολα να αναιρεθεί με ένα νέο στρώμα βαφής.
02
αντιστρεπτός, αναστρέψιμος
capable of being reversed or used with either side out
03
αντιστρεπτός, αναστρέψιμος
capable of assuming or producing either of two states
04
αντιστρέψιμος
capable of being reversed
Reversible
01
αντιστρέψιμος, αντιστρέψιμο ένδυμα
a garment (especially a coat) that can be worn inside out (with either side of the cloth showing)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reversibles
Λεξικό Δέντρο
irreversible
nonreversible
reversibility
reversible
revers
vers



























