reverent
Pronunciation
/ˈɹɛvɝənt/

Ορισμός και σημασία του "reverent"στα αγγλικά

01

ευλαβής, σεβαστικός

feeling or displaying a great amount of admiration and respect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reverent
συγκριτικός βαθμός
more reverent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He spoke in a reverent manner about the traditional practices.
Μίλησε με σεβασμό για τις παραδοσιακές πρακτικές.
02

εὐλαβής, σεβαστός

showing deep respect and honor toward God
Παραδείγματα
He approached the sacred site with a reverent attitude.
Πλησίασε τον ιερό χώρο με ευλαβική στάση.

Λεξικό Δέντρο

irreverent
reverential
reverently
reverent
revere
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store