revenue
re
ˈrɛ
re
ve
nue
nju:
nyoo
revenge

Ορισμός και σημασία του "revenue"στα αγγλικά

01

έσοδα, εισόδημα

the total income generated from business activities or other sources 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company's annual revenue exceeded expectations. 

Ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εταιρείας ξεπέρασε τις προσδοκίες.

02

φορολογικές εισπράξεις, κρατικά έσοδα

income collected by a government through taxes and other official sources 
Παραδείγματα
The country's revenue from income taxes has increased. 

Τα έσοδα της χώρας από φόρους εισοδήματος έχουν αυξηθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store