Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revel
01
απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι
to take great pleasure or delight in an experience or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
revel
γ΄ ενικό πρόσωπο
revels
ενεστώτα μετοχή
reveling
απλός αόριστος
reveled
παθητική μετοχή
reveled
Παραδείγματα
She reveled in the peacefulness of her morning yoga routine.
Απολάμβανε την ηρεμία της πρωινής ρουτίνας γιόγκα της.
02
γιορτάζω, διασκεδάζω
to joyfully and enthusiastically enjoy festivities, often involving drinking
Παραδείγματα
The pub was filled with patrons reveling and enjoying their drinks during the music festival.
Το παμπ ήταν γεμάτο με πελάτες που γλεντούσαν και απολάμβαναν τα ποτά τους κατά τη διάρκεια του μουσικού φεστιβάλ.
Revel
01
γιορτή, ξεφαντώματα
unrestrained merrymaking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revels
Λεξικό Δέντρο
revelatory
reveler
reveller
revel



























