Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Retirement
01
συνταξιοδότηση, αποχώρηση
the period during someone's life when they stop working often due to reaching a certain age
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She looks forward to traveling during her retirement.
Αναμένει να ταξιδέψει κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής της.
02
συνταξιοδότηση, αποχώρηση
withdrawal from your position or occupation
03
αποχώρηση, αναχώρηση
withdrawal for prayer and study and meditation



























