retinal
Pronunciation
/ˈɹɛtənəɫ/

Ορισμός και σημασία του "retinal"στα αγγλικά

01

αμφιβληστροειδής, σχετικός με τον αμφιβληστροειδή

(anatomy) connected with the sensory part of the eye that sends signals to the brain, called retina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
01

ρετινάλη, χρωστική της αμφιβληστροειδούς

either of two yellow to red retinal pigments formed from rhodopsin by the action of light
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retinals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store