retailing
re
ˈri:
ri
tai
teɪ
tei
ling
lɪng
ling
retakingretelling

Ορισμός και σημασία του "retailing"στα αγγλικά

01

λεπτομεριά, έμποριο λιανικής

the activities involved in selling commodities directly to consumers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

retailing
retail
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store