Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Retainer
01
υπηρέτης, οικέτης
a person working in the service of another (especially in the household)
02
συγκρατητήρας, συσκευή διατήρησης
a device used to maintain the position of teeth after braces are removed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
retainers
Παραδείγματα
After braces, Jenny wore a retainer to keep her teeth straight.
Μετά τα σιδεράκια, η Τζένη φόρεσε ένα συγκρατητήριο για να κρατήσει τα δόντια της ίσια.
03
αμοιβή, προκαταβολή
a fee charged in advance to retain the services of someone
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
retainer
retain



























