retailer
re
ˈri:
ri
tai
teɪ
tei
ler
retainerrerailerretarder

Ορισμός και σημασία του "retailer"στα αγγλικά

01

λεπτοπωλής, έμπορος λιανικής

a store, person, or business that sells goods to the public for their own use, not for resale 
retailer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
retailers
Παραδείγματα
The retailer sells a variety of products, including clothing, electronics, and household goods. 

Ο λιγοπώλης πουλάει μια ποικιλία προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων ρούχων, ηλεκτρονικών και ειδών οικιακής χρήσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

retailer
retail
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store