Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restricted
01
περιορισμένος, ελεγχόμενος
limited or controlled by regulations or specific conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most restricted
συγκριτικός βαθμός
more restricted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
regulation, access, control
Παραδείγματα
The sale of alcohol is restricted to individuals over the legal drinking age.
Η πώληση αλκοόλ περιορίζεται σε άτομα άνω της νόμιμης ηλικίας κατανάλωσης.
02
περιορισμένος, περιορισμένος σε έννοια
limited in scope or meaning
Παραδείγματα
Her vocabulary is restricted to basic words.
Το λεξιλόγιό της περιορίζεται σε βασικές λέξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unrestricted
restricted
restrict



























