Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restricted
01
περιορισμένος, ελεγχόμενος
limited or controlled by regulations or specific conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most restricted
συγκριτικός βαθμός
more restricted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The website's content is restricted to registered users only.
Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας περιορίζεται μόνο σε εγγεγραμμένους χρήστες.
02
περιορισμένος, περιορισμένος σε έννοια
limited in scope or meaning
Παραδείγματα
He maintained a restricted view of the subject.
Διατήρησε μια περιορισμένη άποψη για το θέμα.
Λεξικό Δέντρο
unrestricted
restricted
restrict



























