restricted
rest
ˈrɪst
rist
ric
rɪk
rik
ted
tɪd
tid
conflictedafflictedaddicted

Ορισμός και σημασία του "restricted"στα αγγλικά

restricted
01

περιορισμένος, ελεγχόμενος

limited or controlled by regulations or specific conditions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most restricted
συγκριτικός βαθμός
more restricted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sale of alcohol is restricted to individuals over the legal drinking age. 

Η πώληση αλκοόλ περιορίζεται σε άτομα άνω της νόμιμης ηλικίας κατανάλωσης.

02

περιορισμένος, περιορισμένος σε έννοια

limited in scope or meaning 
Παραδείγματα
Her vocabulary is restricted to basic words. 

Το λεξιλόγιό της περιορίζεται σε βασικές λέξεις.

Λεξικό Δέντρο

unrestricted
restricted
restrict
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store