Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Restitution
01
επιστροφή, αποκατάσταση
the act of getting something back that was lost, taken, or withheld
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company arranged restitution for the misdelivered packages.
Η εταιρεία οργάνωσε αποκατάσταση για τα εσφαλμένα παραδοθέντα πακέτα.
02
αποκατάσταση, επανόρθωση
the action of restoring something to its original state or condition
Παραδείγματα
The museum oversaw restitution of the painting to its former glory.
Το μουσείο επιβλέπει την αποκατάσταση του πίνακα στην πρώην δόξα του.
03
αποζημίωση, αποζημίωση για ζημιά
a sum of money paid to compensate for loss, damage, or injury
Παραδείγματα
Insurance provided restitution for stolen property.
Η ασφάλεια παρείχε αποζημίωση για κλεμμένα ακίνητα.
Λεξικό Δέντρο
restitution
restitute



























