restitution
res
ˌrɛs
res
ti
ti
tu
ˈtju:
tyoo
tion
ʃən
shēn
lilliputianprosecutionattributionretribution

Ορισμός και σημασία του "restitution"στα αγγλικά

01

επιστροφή, αποκατάσταση

the act of getting something back that was lost, taken, or withheld 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She sought restitution of her stolen property. 

Ζήτησε την επιστροφή της κλεμμένης περιουσίας της.

02

αποκατάσταση, επανόρθωση

the action of restoring something to its original state or condition 
Παραδείγματα
Restitution of the historic building took several years of renovation. 

Η αποκατάσταση του ιστορικού κτιρίου διήρκεσε αρκετά χρόνια ανακαίνισης.

03

αποζημίωση, αποζημίωση για ζημιά

a sum of money paid to compensate for loss, damage, or injury 
Παραδείγματα
Insurance settled the claim by issuing a $10,000 restitution payment for losses in the house fire. 

Η ασφαλιστική εταιρεία διευθέτησε την αξίωση εκδίδοντας πληρωμή αποζημίωσης ύψους 10.000 δολαρίων για τις ζημίες από την πυρκαγιά στο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store