Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rested
01
ξεκούραστος
feeling lively and energetic as a result of sufficient rest or sleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rested
συγκριτικός βαθμός
more rested
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, health
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unrested
rested
rest



























