Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to respire
01
αναπνέω, εισπνέω και εκπνέω
to breathe in and out, taking in oxygen and expelling carbon dioxide from the lungs
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
respire
γ΄ ενικό πρόσωπο
respires
ενεστώτα μετοχή
respiring
απλός αόριστος
respired
παθητική μετοχή
respired
Παραδείγματα
Humans respire to exchange oxygen and carbon dioxide in their lungs.
Οι άνθρωποι αναπνέουν για να ανταλλάσσουν οξυγόνο και διοξείδιο του άνθρακα στους πνεύμονές τους.
02
αναπνέω, πραγματοποιώ νυχτερινή αναπνοή
(of a plant) to absorb oxygen and release carbon dioxide during the night instead of performing photosynthesis
Intransitive
Παραδείγματα
At night, the plant continues to respire, taking in oxygen and releasing carbon dioxide.
Τη νύχτα, το φυτό συνεχίζει να αναπνέει, απορροφώντας οξυγόνο και απελευθερώνοντας διοξείδιο του άνθρακα.
03
αναπνέω
to regain normal breathing after exertion or stress
Intransitive
Παραδείγματα
After the long run, she stopped to respire and catch her breath.
Μετά το μακρύ τρέξιμο, σταμάτησε για να αναπνεύσει και να πάρει ανάσα.
Λεξικό Δέντρο
respiration
respirator
respiratory
respire



























