Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Respirator
01
αναπνευστήρας, μάσκα αναπνοής
a protective mask with a filter; protects the face and lungs against poisonous gases
02
αναπνευστήρας, συσκευή τεχνητού αερισμού
a breathing device for administering long-term artificial respiration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
respirators
Λεξικό Δέντρο
respirator
respire



























