resistless
re
ri
sist
ˈzɪst
zist
less
lɪs
lis
restless

Ορισμός και σημασία του "resistless"στα αγγλικά

resistless
01

ανυπόστατος, συντριπτικός

impossible to resist; overpowering 
resistless definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resistless
συγκριτικός βαθμός
more resistless
διαβαθμίσιμο
02

ανυπόστατος, χωρίς αντίσταση

offering no resistance 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store