Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Researcher
01
ερευνητής, επιστήμονας
someone who studies a subject carefully and carries out academic or scientific research
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
researchers
Παραδείγματα
The researcher traveled to the Amazon for her fieldwork.
Ο ερευνητής ταξίδεψε στον Αμαζόνιο για την επιτόπια έρευνά του.
Λεξικό Δέντρο
researcher
searcher
search



























