researcher
Pronunciation
/ˈriˌsɝʧɚ/

Ορισμός και σημασία του "researcher"στα αγγλικά

01

ερευνητής, επιστήμονας

someone who studies a subject carefully and carries out academic or scientific research
researcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
researchers
Παραδείγματα
The researcher traveled to the Amazon for her fieldwork.
Ο ερευνητής ταξίδεψε στον Αμαζόνιο για την επιτόπια έρευνά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store